Η Θεραπευτική Σχέση και η Διαδικασία της Ψυχικής Αλλαγής

Πως Εργάζομαι Συνθετικά (για επαγγελματίες).

Η θεραπευτική σχέση θεωρείται, από πολλούς θεωρητικούς, ως ο μεγαλύτερος παράγοντας επιρροής για τη διαδικασία και την έκβαση της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας. Η δική μου αναζήτηση σχετικά με τη σημασία της θεραπευτικής σχέσης και την  θετική ολοκλήρωση της θεραπείας, ξεκίνησε όταν ακόμα ήμουν σε ψυχανάλυση, όπου πολλές φορές διέκρινα  ότι, σε  διαφορετικές στιγμές ή φάσεις της ανάλυσης,θα απαιτούνταν από τον θεραπευτή μια στάση πιο ενδεδειγμένη ή συντονισμένη, μια πιο εξειδικευμένη αντιμετώπιση που θα έκανε τη σχέση όντως θεραπευτική.

Από τότε, το ερώτημα «πώς πρέπει, εγώ, να τοποθετηθώ απέναντι στον πελάτη μου και τα θέματα του,  αυτήν ακριβώς τη στιγμή της συνδιαλλαγής  μας, έτσι ώστε η παρέμβασή μου να  είναι όντως αποτελεσματική» είναι ένα ερώτημα που με έχει απασχολήσει έντονα, και με οδήγησε στην μελέτη  διαφόρων δυνατοτήτων για τη θεραπευτική σχέση, στην παράδοση της συνθετικής-συγκριτικής ψυχανάλυσης (Φροϋδική Ψυχανάλυση, Ψυχολογία του Εγώ, Αντικειμενότροπες Σχέσεις, Ψυχολογία του Εαυτού, Σχεσιακή Ψυχανάλυση), την ανθρωπιστική παράδοση (Rogers-Προσωποκεντρική Συμβουλευτική) και την υπερπροσωπική παράδοση (Maslow - Θέση Αυτοπραγμάτωσης, Jung- Αναλυτική Ψυχολογία).

Εδώ καταγράφω πως αντιλαμβάνονται τη θεραπευτική σχέση και την ψυχική αλλαγή οι πιο πάνω προσεγγίσεις και στη συνέχεια θα παρουσιάσω πως τις έχω ενσωματώσει στη δική μου  θεραπευτική εργασία.


ΣΥΝΘΕΤΙΚΗ-ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

 ΦΡΟΫΔΙΚΗ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Ψυχολογία των Ενορμήσεων

Η Φροϋδική Ψυχανάλυση ή αλλιώς η Ψυχολογία των Ενορμήσεων, εστιάζει στην  παθολογία που επικεντρώνεται στις συγκρούσεις και ιδιαίτερα στην Οιδιπόδεια σύγκρουση.Η Οιδιπόδεια σύγκρουση  αποτελεί εδώ την κεντρική έννοια για την κατανόηση και τη σεξουαλική ανάπτυξη του χαρακτήρα όπως και την  ψυχοπαθολογία, βασικά όμως τη νεύρωση.

Ο Rycroft (1) ορίζει την ενδοψυχική σύγκρουση σαν αντίθεση μεταξύ φαινομενικά ή πραγματικά ασυμβίβαστων δυνάμεων που μπορεί να λαμβάνει χώρα είτε μεταξύ ενστικτωδών «λιβιδινικών ή επιθετικών ενορμήσεων (drives)», όπως αποκαλούνται  στην  ψυχανάλυση (με όρους συναισθημάτων, θα λέγαμε, μεταξύ αγάπης και μίσους), είτε μεταξύ των διαφόρων δομών της ψυχής (αυτό, εγώ, υπερεγώ), όπως τις περιέγραψε ο Freud (2).

Η σύγκρουση χαρακτηρίζεται ως νευρωτική μόνον όταν το ένα μέρος της είναι ασυνείδητο και/ή διευθετείται με την χρήση αμυνών  από την πλευρά του εγώ.

Οι πελάτες, για παράδειγμα, που περιγράφονται ότι έχουν  μια σύγκρουση, θα μπορούσαν να είναι φοβικοί ή να αναστέλλουν τη σεξουαλική τους επιθυμία και τις οργισμένες αντιδράσεις τους (αυτό), όταν  αυτές ματαιώνονται (αυτό) και λόγω του φόβου, του άγχους, ή της ενοχής (υπερεγώ) να τις εκφράσουν, τις απωθούν ή  καταφεύγουν σε άλλους αμυντικούς ελιγμούς (εγώ).

Ο Killingmo (3) παρατηρεί ότι η σύγκρουση, αυτή καθ'εαυτή, είναι «ενδοσυστημική», υπονοώντας ότι έχει ήδη εγκατασταθεί μια  διαφοροποίηση ανάμεσα στις διαφορετικές δομές, δηλαδή, ανάμεσα στο αυτό, εγώ και υπερεγώ του ατόμου και  της πραγματικότητας. Επιπλέον, έχει δημιουργηθεί μια σχετικά σταθερή διαφοροποίηση της  εσωτερικής αναπαράστασης του εαυτού και του «άλλου», που για τους μη εξοικειωμένους με την ψυχαναλυτική ορολογία, φέρει το όχι και τόσο κομψό όνομα: «αντικείμενο».

Επομένως η «σταθερότητα του αντικειμένου» (δεν βιώνεται μια σαν καλό και μια σαν κακό, αλλά οι αντίθετες αναπαραστάσεις έχουν συγχωνευθεί), διευκολύνει το νου να βιώσει τον τριαδικό σχηματισμό (μητέρα, πατέρας, παιδί) της οιδιπόδειας κατάστασης γύρω από τον οποίο, σύμφωνα με τον Freud (4), η βασική μας προσωπικότητα είναι οργανωμένη.

Στη θεραπεία η αναπτυξιακή μετατόπιση από την δυαδική σχέση μητέρας-παιδιού, όπου οι αναπαραστάσεις των αντικειμένων είναι ακόμα συγχωνευμένες στην τριαδική οιδιπόδεια κατάσταση, βοηθάει τον θεραπευόμενο  να βιώνει τις νοητικές του διεργασίες  σαν ξεχωριστές από αυτές του θεραπευτή και να αναπτύσσει έναν τρίτο εσωτερικό ψυχικό χώρο που να του επιτρέπει να αυτοπαρατηρείται και να σκέπτεται συμβολικά (Fonagy and Target, 5).

Η απώθηση  χρησιμοποιείται ως ο κύριος μηχανισμός  άμυνας. Ο πελάτης έχει φτάσει σε μια επαρκή ανάπτυξη δομών ώστε να μπορεί να συλλάβει τον εαυτό του ως υπεύθυνο για τις πράξεις του και μερικές φορές να φοβάται τις ίδιες του τις προθέσεις. Έτσι, η ουσία στην παθολογία  της σύγκρουσης είναι το κρυμμένο νόημα. Για παράδειγμα, ο θεραπευτής παρεμβαίνει με τον ακόλουθο τρόπο: αυτό που επιθυμείς και ταυτόχρονα φοβάσαι και αισθάνεσαι ένοχος για  αυτό και, συνεπώς, αντιστέκεσαι να το συνειδητοποιήσεις, είναι "____" (Killingmo, 3).

 

Ενόραση

Στο τυπικό  ψυχαναλυτικό περιβάλλον της Ψυχολογίας των Ενορμήσεων, με ένα νευρωτικό πελάτη, η ενόραση θεωρείται ο βασικός θεραπευτικός στόχος. Το κύριο θεραπευτικό εργαλείο, για την απόκτηση της ενόρασης είναι η ερμηνεία.

Ο θεραπευτής λειτουργεί ως αντικειμενικός παρατηρητής των εσωτερικών δυναμικών του θεραπευόμενου.Το έργο του θεραπευτή είναι να βοηθήσει το εγώ να αντιμετωπίσει τις σεξουαλικές και επιθετικές ενορμήσεις του και τα συναισθήματα του προς τα «εσωτερικευμένα αντικείμενα» του, που τώρα προβάλλονται επάνω στον θεραπευτή (μεταβίβαση) (Stark,6).

Η θεραπεία πρέπει να πραγματοποιείται  σε ένα κλίμα αποχής, επειδή η «μεταβίβαση» (αυτό που μεταφέρεται στον θεραπευτή, από το παρελθόν του θεραπευόμενου) χρησιμοποιείται ως αντίσταση για να εμποδίσει να συνειδητοποιηθούν από καιρό θαμμένες επιθυμίες (Freud, 7). Αυτές οι επιθυμίες θεωρούνται ως παιδικές, από τις οποίες το εγώ  πρέπει να παραιτηθεί ή να τις απαρνηθεί, έτσι ώστε να ανακτήσει τον έλεγχο και ο θεραπευόμενος και να είναι πλέον ελεύθερος να «μεγαλώσει» (Aron, 8).

Η αλλαγή προϋποθέτει καλό συντονισμό και επικοινωνία καθώς και μια ισχυρή θεραπευτική συμμαχία, προκειμένου η θεραπευτική δυάδα να διερευνήσει τόσο τις συγκρούσεις και τις αντιστάσεις εναντίον τους, όσο και τις «μεταβιβάσεις» του θεραπευόμενου καθώς και τις «αντι-μεταβιβάσεις» του θεραπευτή μέσα στην κλινική κατάσταση (Killingmo, 3), μια διαδικασία, δηλαδή, όπου ο θεραπευτής αναγνωρίζει τι από το παρελθόν και των δύο εμπλεκόμενων μερών,  μεταφέρεται (μεταβιβάζεται) στην θεραπευτική σχέση . 

Η Stark ( 6) σημειώνει ότι ο θεραπευτής, σε αυτό το είδος της αλληλεπίδρασης, αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μια «κενή οθόνη» πάνω στην οποία  ο πελάτης μεταφέρει ή προβάλλει  την προηγούμενη εμπειρία του. Η αυτογνωσία, η ερμηνεία και η ενόραση θεωρούνται ως καταλύτες της αλλαγής.

Όταν όμως παρουσιάζεται έλλειμμα στη δόμηση του εγώ αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τον  Killingmo (3),  ότι οι παθολογίες που παρατηρούνται έχουν δημιουργηθεί πριν από την προαναφερθείσα δομική διαφοροποίηση.

Γι’ αυτό το λόγο, η ουσία  της παθολογίας του ελλείμματος στην Ψυχολογία του Εγώ, στις  Αντικειμενότροπες Σχέσεις καθώς και στην Ψυχολογία του Εαυτού (Kohut, 9, 10,11), δεν βρίσκεται ανάμεσα σε  αντίρροπες δυνάμεις (σύγκρουση) μέσα στην προσωπικότητα, αλλά στην πρωταρχική αποτυχία  του γονέα να ανταποκριθεί συναισθηματικά, σύμφωνα με τις αναπτυξιακές ανάγκες του παιδιού του.


Διορθωτική Συναισθηματική Εμπειρία

Ο Killingmo (3) υποστηρίζει ότι το εγώ πάσχει από έλλειψη διαφοροποίησης  και δεν έχει αναπτυχθεί ως κέντρο κατεύθυνσης (intentionality). Σε αυτό που  αμύνεται  δεν  είναι απαγορευμένο υλικό (ανάγκες, επιθυμίες, φαντασιώσεις), αλλά ένα αρχέγονο άγχος  κατακερματισμού ή απώλειας της ταυτότητας.

Στην παθολογία του ελλείμματος, όταν κυριαρχεί στην ψυχική σκηνή, ο Killimgmo (3) υποστηρίζει ότι η θεραπευτική προσπάθεια δεν στρέφεται στο να αποκαλύψει  κρυμμένα νοήματα, αλλά  να βοηθήσει το εγώ να βιώσει νόημα από μόνο του, μέσα από καταφατικές  παρεμβάσεις, για παράδειγμα: αυτό που αισθάνεσαι, είναι λογικό. Σε αυτήν την περίπτωση δεν είχες άλλη επιλογή. Το καλύτερο που μπορούσες  να κάνεις είναι να κάνεις, είναι ακριβώς αυτό που έκανες.

Επομένως, όσον αφορά την παθολογία του ελλείμματος, η θεραπευτική προσπάθεια είναι να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα συναισθηματικής κατανόησης, ένα «ενσυγκρατητικό  περιβάλλον» (holding environment, Winnicott,12) και μια «διορθωτική συναισθηματική εμπειρία» (Alexander and French,13).

Η θεραπευτική διαδικασία της αλλαγής απαιτεί από τον θεραπευτή να τηρήσει μια στάση «αντιστάθμισης της ανεπάρκειας» (Stark, 6). Ως εκ τούτου, προσφέρει ένα «καινούργιο καλό αντικείμενο» (Fairbairn,14) στον θεραπευόμενο, το οποίο με τη στάση του  θα αναπληρώσει ή θα συμπληρώσει τα ελλείμματα που άφησαν στην ψυχή του οι  προβληματικές  σχέσεις με τα πρωταρχικά «αντικείμενα» του, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας καινούργιος συνεκτικός εαυτός.

Πριν προχωρήσω, στο πως αντιλαμβάνονται την «διορθωτική εμπειρία» οι πιο πάνω σχολές τις ψυχανάλυσης, θα ήθελα, σε αυτό το σημείο, να γράψω δύο λόγια για την θεωρία της Ψυχολογίας του Εγώ, μιας πλευράς των Αντικειμενότροπων Σχέσεων* και της Ψυχολογίας του Εαυτού και μετά να παρουσιάσω πως αυτές οι σχολές αντιλαμβάνονται την θεραπευτική σχέση και την ψυχική αλλαγή.

 

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΓΩ

Πρωταρχία του Εγώ

Από τη σκοπιά της Ψυχολογίας του Εγώ ο άνθρωπος θεωρείται ικανός να λειτουργήσει σε μια σφαίρα ελεύθερη συγκρούσεων, όπου οι νοητικές και κινητικές ικανότητες έχουν γίνει μέρος των διαδικασιών ωρίμανσης και μάθησης, χωρίς να απαιτείται συγκρουσιακή εμπειρία (Hartmann,15).

Οι ψυχολόγοι του Εγώ, πάντως, βλέπουν την ψυχή ως προϊόν συμβιβασμών ανάμεσα στις αντικρουόμενες δυνάμεις της ενόρμησης, της ενοχής, του άγχους καθώς και της άμυνας ενάντια στα προηγούμενα (Fenichel, 16, Brenner, 17).

Στην θεραπευτική διαδικασία, το εγώ ενδυναμώνεται με την μετατροπή του ασυνείδητου σε συνειδητό, επιτυγχάνοντας έτσι μεγαλύτερη κυριαρχία, προσαρμογή και μετουσίωση.

Η διαφορά με την Ψυχολογία των Ενορμήσεων είναι ότι το Εγώ βρίσκεται στο επίκεντρο της κλινικής προσοχής, όχι μόνο ως μεσολαβητής μεταξύ ασυνειδήτου και  εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά και ως παράγοντας ελέγχου με  μηχανισμούς άμυνας και  προσαρμογής που διαπερνούν ολόκληρη την προσωπικότητα, προσδίνοντας της τη διακριτή της οργάνωση (Α. Freud, 18).

 

ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΤΡΟΠΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Σχέσεις με  Εσωτερικευμένα Αντικείμενα

Από την άποψη των Αντικειμενότροπων Σχέσεων, το τοπογραφικό (συνειδητό, προσυνειδητό, ασυνείδητο) και  δομικό μοντέλο του Freud  διατηρείται, αλλά ο νους και οι ψυχικές δομές που τον αποτελούν πιστεύεται ότι «εξελίσσονται μέσα από ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις και όχι από εντάσεις βιολογικής προέλευσης. Αντί να διακινούνται οι  άνθρωποι από την μείωση της έντασης(των ενορμήσεων) έχουν ως πρωταρχικό κίνητρο την ανάγκη να εγκαταστήσουν και να διατηρήσουν σχέσεις.» (Cashdan, 19).

Ο Fairbairn (14), ήταν ο πρώτος που υπέδειξε ότι η λίμπιντο ουσιαστικά αναζητά αντικείμενο και ότι οι διαταραχές στις πρωτογενείς σχέσεις συνιστούν την απόλυτη προέλευση όλων των ψυχοπαθολογικών καταστάσεων.

Η σύγκρουση γίνεται επίσης αντικείμενο διαπραγμάτευσης στις Αντικειμενότροπες Σχέσεις,αλλά αυτή τη φορά, η ένταση δεν βρίσκεται μέσα στο τριμερές μοντέλο του νου-αυτό, εγώ, υπερεγώ (Freud, 2), αλλά μεταξύ των αντικρουόμενων αναπαραστάσεων του εαυτού και του «αντικειμένου» (Klein, 20, 21, Balint, 22, Fairbairn, 14, Racker, 23).

Η εξέταση, γενικά, των διαφόρων θεωριών με αντικειμενότροπο προσανατολισμό τείνει να εστιάζει σε διαφορετικές πτυχές των σχέσεων με το «αντικείμενο». Ορισμένοι τονίζουν τη λειτουργία των μηχανισμών άμυνας όπως η διχοτόμηση και η προβολική ταυτοποίηση (Klein, 21), ενώ άλλοι κατευθύνουν την προσοχή τους σε κλινικές οντότητες, όπως ο ναρκισσισμός και οι οριακές καταστάσεις, (Kernberg, 44,45,46, Masterson 47,48,49) και άλλοι επικεντρώνονται στο πως οι σχέσεις με το «αντικείμενο» επηρεάζουν την ανάπτυξη (Fairbairn, 14, Balint, 22, 50, Guntrip, 51,52, Winnicott, 12,53,54,55

 

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ

Θεωρία του Ναρκισσισμού

Ενώ οι  θεωρητικοί των Αντικειμενότροπων Σχέσεων δίνουν  έμφαση στις εσωτερικευμένες  σχέσεις των αναπαραστάσεων του εαυτού και του αντικειμένου, η Ψυχολογία του Εαυτού τονίζει ότι οι εξωτερικές σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους (εαυτο-αντικείμενα) χρειάζονται σε όλη τη ζωή, προκειμένου ο εαυτός να διατηρεί τη συνοχή του.

Ο Kohut (10) έδωσε σημασία στις υγιείς ναρκισσιστικές σχέσεις που αναπτύσσει το νήπιο  με τα πρωταρχικά του αντικείμενα (σχέσεις με εαυτο-αντικείμενα)  και τις χώρισε σε δύο διαφορετικές αναπτυξιακές γραμμές:

Η μια γραμμή περιλαμβάνει την υγιή διεκδίκηση του νηπίου για ένα  γονέα που να μπορεί να καθρεπτίσει τη μοναδικότητα του και η άλλη αφορά τον υγιή θαυμασμό που αναπτύσσει το νήπιο για έναν εξιδανικευμένο γονέα που να  μπορεί  το προστατεύσει και του οποίου η σωστή ανταπόκριση υποδηλώνει ότι «ένας ανεξάρτητος εαυτός αρχίζει να αναπτύσσεται μέσα  από τη μήτρα των καθεπτριζόντων και εξιδανικευμένων εαυτο-αντικείμενων».

Βέλτιστη Ματαίωση

Στην Ψυχολογία του Εαυτού (ασχολείται κυρίως με ναρκισσιστικές διαταραχές προσωπικότητας), όταν ο ασθενής, με κατεστραμμένο εαυτό, εισέρχεται στη θεραπεία, ενεργοποιεί τις συγκεκριμένες  ανάγκες για καθρέφτισμα, εξιδανίκευση, ( το 1984 ο Κοhut πρόσθεσε και την ανάγκη για έναν δίδυμο εαυτό, alter ego), που είχαν παραμείνει ανεκπλήρωτες στο παρελθόν, εξ αιτίας των λανθασμένων αλληλεπιδράσεων με τα «εαυτοαντικείμενα» του περιβάλλοντος (Kohut, 9, 10, 11).

Οι Kohut και Wolf (24) υποστηρίζουν ότι η ψυχική αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί μέσα στην θεραπεία, όταν ισχύσουν, οι εξής (παράδοξες) συνθήκες:

α) οι ανάγκες  του ασθενούς για καθρέφτισμα και εξιδανίκευση γίνουν αποδεκτές, β) μια βέλτιστη αποτυχία  διαταράσσει τον συντονισμό της συναισθηματικής κατανόησης του θεραπευτή, έτσι ώστε να καταστεί δυνατό να εγκατασταθεί μια «μεταλλακτική εσωτερίκευση» (Kohut, 9) στην ψυχή του θεραπευόμενου ( να είναι, δηλαδή, σε θέση να εσωτερικεύσει δημιουργικά τον θεραπευτή) και  γ) αυτές οι αποτυχίες  οδηγούν σε μια σταδιακή αντικατάσταση των  «εαυτοαντικείμενων» και των λειτουργιών που επιτελούν, από έναν  Εαυτό με τις δικές του λειτουργίες.

Τραυματική Ματαίωση

Η Stark (25) παρατηρεί ότι η απογοήτευση δεν είναι πάντα βέλτιστη αλλά  μπορεί να είναι και τραυματική όπως παρουσιάζεται από τον Fairbairn (14)  για τους σχιζοειδείς ασθενείς του.

O Fairbairn (14), υποστήριξε ότι το παιδί προτιμά να συντηρεί ένα  εσωτερικό πόλεμο και να αισθάνεται υπεύθυνο για τη ζημία που προκάλεσε στα εξωτερικά και εσωτερικευμένα αντικείμενα του παρά να ομολογήσει την εξάρτηση του από φαύλα, απορριπτικά αντικείμενα. Παίρνοντας πάνω του τόσο την δική του κακία όσο και του αντικειμένου καταφέρνει να διατηρήσει την ψευδαίσθηση ενός εξωτερικού αντικειμένου ως καλού και θετικού, καθιστώντας έτσι το περιβάλλον του πιο ανεκτό.

Κατ’αυτόν τον τρόπο, όπως υποστηρίζει η Stark (25), η ανάγκη για το «κακό αντικείμενο» ενισχύεται και η εσωτερίκευση των ρυθμιστικών λειτουργιών του γονέα αποτυγχάνει. Το παιδί που αντιμετωπίζει μια τραυματική απογοήτευση δεν είναι σε θέση να εσωτερικεύσει το «καλό αντικείμενο», αλλά περιορίζεται να αντιδρά, εσωτερικεύοντας το ακατάλληλο περιβάλλον του, με τη μορφή «κακών εσωτερικευμένων αντικειμένων».

Η ανάπτυξη δεν εξελίσσεται, όπως στη περίπτωση του ασθενούς του Kohut ( 9,10,11), αλλά  αναπόφευκτα αναστέλλεται. Η Stark (25) κάνει μια πολύ εύστοχη  διάκριση ανάμεσα στη  βέλτιστη απογοήτευση και την τραυματική απογοήτευση, έτσι ώστε να μπορούν να ευαισθητοποιηθούν οι θεραπευτές και να προσαρμόσουν τις παρεμβάσεις τους κατάλληλα.

Θεραπευτική Σύνθεση

Η  Stark (6,25), υποστηρίζει, ακόμα, ότι η παθολογία, γενικά, περιλαμβάνει τόσο δομικά έλλείμματα (έλλειψη καλού)  όσο και δομικές συγκρούσεις (παρουσία  κακού). Ισχυρίζεται ότι, προκειμένου να κατανοήσουμε πώς προστίθενται οι νέες καλές δομές στην ψυχή του θεραπευόμενου, ανατρέχουμε  στην ψυχολογία του Εαυτού, η οποία υποστηρίζει την θέσπιση μιας υγιούς δομής, μέσω του θρήνου για την απώλεια των ψευδαισθήσεων που εμπεριέχει η «εξιδανικευτική μεταβίβαση» προς τον θεραπευτή, επειδή ο θεραπευόμενος πίστεψε αρχικά ότι βρήκε τον γονέα που ονειρευόταν (αυταπάτη/illusion).

Για να συλλάβουμε πως  η παλιά κακή δομή αλλάζει ανατρέχουμε στην θεωρία των Αντικειμενότροπων Σχέσεων, η οποία προτείνει την επεξεργασία των «διαστρεβλώσεων» που εμφανίζονται στη  μεταβιβαστική σχέση, προκειμένου να τροποποιηθούν οι υποκείμενες παθολογικές δομές, που έχουν εγκατασταθεί με τη μορφή «κακών εσωτερικευμένων αντικειμένων». Σε αυτή τη περίπτωση, ο  θεραπευτής δεν αποδεικνύεται τόσο κακός, όσο ο κακός γονέας που ο θεραπευόμενος φοβόνταν  ότι θα συναντήσει (διαστρέβλωση/distortion).

 

Αυθεντική Σχέση

ΣΧΕΣΙΑΚΗ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Από τη σκοπιά της Σχεσιακής Ψυχανάλυσης «οι σχέσεις με τους άλλους αποτελούν τα θεμελιώδη δομικά στοιχεία της ψυχικής ζωής» (Greenberg και Mittcell, 26). Η Σχεσιακή Ψυχανάλυση, σύμφωνα με  τον Aron ( 27) δεν είναι «μια ενιαία ή ολοκληρωμένη σχολή σκέψης, ούτε είναι μία και μοναδική θεωρητική θέση. Αφορά  μάλλον μια ομάδα από ποικίλες θεωρίες που εστιάζουν στις προσωπικές, ενδοπροσωπικες και διαπροσωπικές σχέσεις».

Η Σχεσιακή θεωρία της ψυχανάλυσης υποστηρίζει ότι οι παρεμβάσεις των θεραπευτών πρέπει να συμβάλλουν στη διόρθωση των «εσωτερικών κακών αντικειμένων», μέσα από την επεξεργασία  της «προβολικής ταύτισης» (της ασυνείδητης πίεσης που ασκείται  στον θεραπευτή, για να νοιώσει και να φερθεί σαν το «παλιό, κακό αντικείμενο» που ο θεραπευόμενος φέρνει στη θεραπεία), όσο και την όποια αναπόφευκτη εκδραμάτιση του (να φερθεί προσωρινά όπως το «παλιό, κακό αντικείμενο»), έτσι ώστε να μπορέσει να εξάγει από τις δύο αυτές καταστάσεις, μια καινούργια  κατανόηση για τον εαυτό του και τον θεραπευόμενο (Stark, 6) και να την επικοινωνήσει στον δεύτερο.

Οι Atwood και Stolorow ( 28) από την Διϋποκειμενική Θεωρία της Σχεσιακής ψυχανάλυσης,δίνουν μεγάλη έμφαση στην δέσμευση της δυάδας θεραπευτή - θεραπευόμενου ως «συν-μετεχόντων σε μια θεραπεία που επιδιώκει να φωτίσει φαινόμενα μέσα σε ένα ιδιαίτερο ψυχολογικό τομέα, που αποτελείται από το σημείο τομής των δύο υποκειμενικοτήτων… ο παρατηρητής ... είναι επίσης και παρατηρούμενος».

Ο Mitchell (29), συνθετικός σχεσιακός θεωρητικός, υποστηρίζει ότι ο θεραπευόμενος δομεί την θεραπεία πάνω σε παλιές σχεσιακές γραμμές, προσπαθώντας να τραβήξει το θεραπευτή μέσα στις εδραιωμένες  πεποιθήσεις του για το πώς σχετίζονται οι άνθρωποι.

Ο θεραπευτής  αναλαμβάνει διάφορους ρόλους, τις περισσότερες φορές τον ρόλο του «παλιού κακού αντικείμενου» και βρίσκει τον εαυτό του «στριμωγμένο» μέσα στις δομές και τις στενωπούς των επαναλαμβανόμενων μοτίβων της «σχεσιακής μήτρας» του αναλυόμενου.

Η αλλαγή προϋποθέτει τόσο την προσπάθεια του θεραπευτή όσο και του θεραπευόμενου να κατανοήσουν αυτά τα μοτίβα  και να βρουν νέους τρόπους για να συνδεθούν μεταξύ τους.

Η πρόκληση για τον θεραπευτή είναι να βρει μια αυθεντική φωνή, πέρα από τις περιορισμένες επιλογές της σχεσιακής μήτρας του θεραπευόμενου, προσφέροντας του την ευκαιρία να ανοίξει και να επεκτείνει αυτή την μήτρα (Mitchell, 29). Ο θεραπευτής λειτουργεί ως ένα «αυθεντικό υποκείμενο» που χρησιμοποιεί τον εαυτό του για να δεσμεύσει και να δεσμευτεί από έναν αμοιβαία συν-εξελισσόμενο, κινητοποιημένο και ανταποκρινόμενο πελάτη (Stark, 6).

Η εστίαση της Σχεσιακή θεωρίας δεν βρίσκεται στα εσωτερικά τεκταινόμενα του ασθενούς, ακόμη και σε σχέση με «τα αντικείμενα» του, τα οποία καθορίζουν τις εσωτερικές δυναμικές του, αλλά περισσότερο σε αυτό που ο πελάτης φέρνει από το παρελθόν, στο εδώ και τώρα της θεραπευτικής σχέσης, δηλαδή τις σχεσιακές δυναμικές του (Stark, 6).


συνεχίζεται >>